μολάρω

μολάρω
(αόρ. (ε)μολάρισα и (ε)μόλαρα) μετ. расслаблять, ослаблять, отпускать, распускать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "μολάρω" в других словарях:

  • μολάρω — μολάρω, μόλαρα και μολάρισα βλ. πίν. 53 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μολάρω — και μολαίρνω (ιδίως στους ναυτικούς) αφήνω κάτι ελεύθερο, αμολώ, χαλαρώνω («μολάρω τα κουπιά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. mollare «αφήνω, χαλαρώνω, αμολώ»] …   Dictionary of Greek

  • μολάρω — (λ. ιταλ.), μόλαρα, προστ. μόλαρε και μόλα, λύνω, αφήνω: Μόλα το παλαμάρι! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μόλα! — (λ. ιταλ.), βλ. μολάρω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»